δημοτεύομαι

δημοτεύομαι, [voice] Pass.,
A to be a

δημότης, ἠρόμην ὁπόθεν δημοτεύοιτο Lys.23.2

, cf. Antipho Fr.65, D.57.49.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δημοτεύομαι — (Α) (Μ δημοτεύω) [δημότης] μσν. ασκώ επιρροή στον δήμο (τού ιπποδρόμου), εξεγείρω σε στάση αρχ. είμαι δημότης …   Dictionary of Greek

  • δημοτεύομαι — to be a pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημοτευομένων — δημοτεύομαι to be a pres part mp fem gen pl δημοτεύομαι to be a pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημοτευόμενον — δημοτεύομαι to be a pres part mp masc acc sg δημοτεύομαι to be a pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημοτευόντων — δημοτεύομαι to be a pres part act masc/neut gen pl δημοτεύομαι to be a pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημοτευόμενοι — δημοτεύομαι to be a pres part mp masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημοτευόμενος — δημοτεύομαι to be a pres part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημοτεύεσθαι — δημοτεύομαι to be a pres inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημοτεύηται — δημοτεύομαι to be a pres subj mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημοτεύοιτο — δημοτεύομαι to be a pres opt mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐδημότευσε — δημοτεύομαι to be a aor ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.